Όνειρα, μέσα σε όνειρα, μέσα σε όνειρα

Γράφει ο Νίκος Παναγοδημητρόπουλος

Κατεβάζοντας το ακουστικό του τηλεφώνου είχε την αίσθηση πως κάτι δικό του είχε χαθεί.
«Δεν είμαστε καλά», σκέφτηκε, «λες να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο τηλεφώνημα και το όνειρο που είδα το βράδυ;»
¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬

Το μόνο που ένιωθε ήταν μία εγκατάλειψη, σαν να είχε χάσει όλη του την δύναμη και ήθελε να ξαπλώσει στο έδαφος για να κοιμηθεί. Ο δρόμος για την κορυφή του βουνού ήταν δύσβατος και είχε αναγκαστεί να σταματήσει πολλές φορές για να ξεπεράσει διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονταν. Τώρα, όμως, τα κατάφερε, είναι στην κορυφή.

Ένα δάσος απλωνόταν μπροστά του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είναι μόνος. Όταν ξεκίνησαν την αναρρίχηση ήταν πολλοί άνθρωποι, δεν τα κατάφεραν όμως οι υπόλοιποι.
Κρίμα, θυμόταν πως είχε σταματήσει και εκείνος πολλές φορές για να βοηθήσει άλλους που γκρεμίζονταν από τα βράχια, είχε αναγκαστεί όμως να τους αφήσει, διότι αντί να προσπαθούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, προσπαθούσαν να παρασύρουν και εκείνον στον γκρεμό.
Αναλογιζόμενος την μοναξιά της κορυφής, μπήκε στο δάσος. Μία φευγαλέα ανατριχίλα τον διαπέρασε και ενστικτωδώς έσφιξε το ξύλινο σταυρουδάκι που βρισκόταν στην τσέπη του.
«Η Δύναμη βρίσκεται στα απλά πράγματα», συλλογίστηκε προσευχόμενος νοερά, μέχρι που έφυγε ο φόβος. «Κοίτα να δεις τί δύναμη έχει ένα κομμάτι ξύλο αν Πιστεύεις».

Τα δέντρα γύρω του εξέπεμπαν μία άγρια ομορφιά και μέσα του αναδύθηκαν αρχέγονα ένστικτα. Ξαφνικά, έπαψε να σκέφτεται. Ένα γρύλισμα βγήκε από τον λαιμό του και μία δύναμη ανάβλυσε από μέσα του, μία Δύναμη που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο.
Δεν ένιωθε πια σαν άνθρωπος, ήταν ένας λύκος στο φυσικό του περιβάλλον, μακριά από αγέλες, μακριά από προκαταλήψεις και συμβιβασμούς που λέγονταν «νόμοι» και «κανόνες».
Μόνον ο Νόμος υπήρχε, με αδέκαστο λειτουργό την ίδια την Φύση. Προσπαθώντας να βρει λόγια να περιγράψει αυτό το υπέροχο συναίσθημα, έπεσε σε μία πρωτόγνωρη έκσταση.
Γνώριζε τα πάντα, βρισκόταν στις πόλεις, στα χωριά, στα πλοία, ήξερε τί σκεφτόταν κάθε άνθρωπος, σαν να είχε γίνει ο ίδιος ο Κόσμος όλος, πολλές μικρές Διονυσιακές φλόγες που ήταν συγχρόνως μια Φοίβη, Απολλώνια Φλόγα.

Όταν συνήλθε και ανέκτησε την επαφή με αυτό το απειροελάχιστο κομματάκι του Σύμπαντος που λεγόταν «σώμα», ακούμπησε την πλάτη του σε ένα δέντρο. Αισθανόταν σαν κάποιος σοφός γέροντας, που στο τέρμα της ζωής του είχε κατακτήσει όλη την Κοσμική Σοφία και περίμενε τον θάνατο να τον λυτρώσει από τα δεσμά της ύλης.
Ξαφνικά, όλα γύρω έλαμψαν.
Την είδε να έρχεται από μακριά, κοιτώντας φοβισμένη πίσω της, με ένα αλλόκοτο φως να την περιβάλλει.
Τον πλησίασε και αφού κοντοστάθηκε μία στιγμή, πήρε την απόφαση και του μίλησε:

«Σε παρακαλώ γέροντα, βοήθησέ με, θα με πιάσουν.»
«Γιατί με λες γέροντα, κορίτσι μου; Την ίδια ηλικία έχουμε, δεν το βλέπεις;» την ρώτησε απογοητευμένος που δεν τον αναγνώρισε και εκείνη.
«Μα πώς, είσαι πιο ηλικιωμένος από τους άλλους γύρω σου, για αυτό και κάτι με έσπρωξε να μιλήσω σε εσένα.»
«Αν ανοίξεις τα μάτια σου σωστά, θα δεις ότι δεν υπάρχουν άλλοι γύρω μου, παρά οι σκιές παίζουν παιχνίδια στην φαντασία σου. Και τα μαλλιά μου δεν είναι λευκά από γηρατειά, αλλά από τις κακουχίες.»
«Μπορεί να έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη, «αλλά δεν προλαβαίνω να τα σκεφτώ όλα αυτά, θα με πιάσουν όπου να ’ναι, αυτά τα θεόρατα χέρια που ξεπροβάλλουν από τα δέντρα.»

Ένιωθε την αγωνία της στην ψυχή του. Άλλωστε, εκείνη ήταν το κομμάτι που του έλειπε για να ολοκληρωθεί σαν ύπαρξη. Δυστυχώς όμως, αυτή δεν το έβλεπε, το μόνο που σκεφτόταν ήταν το πώς να σώσει την εύθραυστη ζωούλα της.
Δεν κινδύνευε βέβαια πραγματικά, οι φοβίες της είχαν πάρει την μορφή χεριών που την κυνηγούσαν.
Σηκώθηκε όρθιος, έβαλε το χέρι του στα μαλλιά της και την είδε να χαλαρώνει.
«Μην φοβάσαι, μικρή μου», της είπε, «έλα να σε ξεναγήσω στο δάσος, για να δεις ότι χωρίς λόγο αναστατώνεσαι έτσι.»

Του έδωσε το χέρι της και του είπε ότι αισθανόταν ασφαλής μαζί του.
Έπειτα άρχισε να τον ρωτάει για το δάσος, τα χέρια που την κυνηγούσαν και δεν την έπιαναν και άλλα πολλά. Της είπε ότι το δάσος λεγόταν «υποσυνείδητο», τα χέρια ονομάζονταν άλλα «φόβοι» και άλλα είχαν τα ονόματα διαφόρων ανθρώπων στην ζωή της, οι οποίοι ήθελαν να την κάνουν να ξεχάσει τον προσωπικό της αγώνα και να την τραβήξουν στο μέρος τους για να την υποδουλώσουν.
«Και εσύ πώς τα ξέρεις όλα αυτά για μένα;» τον ρώτησε τρομαγμένη.
«Τα ξέρω επειδή εμείς οι δύο είμαστε άρρηκτα δεμένοι, με έναν δεσμό πέρα από κάθε φαντασία, ο οποίος δεν σπάει ούτε με τον θάνατο. Το μόνο πρόβλημα είναι, ότι μέχρι να το καταλάβουμε και αποδεχθούμε και οι δύο αυτό το γεγονός, θα αισθανόμαστε την έλλειψη ο ένας του άλλου, με προφανείς τις συνέπειες και την αίσθηση του κενού μέσα μας.»
«Πω πώ, δεν τα κατάλαβα όλα όσα μου είπες, αλλά μιλάς τόσο όμορφα που νιώθω ότι πετώ στον ουρανό. Όμως, πρέπει να συνεχίσω τον δρόμο μου. Δεν θέλεις να έλθεις μαζί μου; Φοβάμαι μόνη μου.»

«Μακάρι να μπορούσα να σε ακολουθήσω, σε περίμενα βλέπεις εδώ και πολύ καιρό. Ο δρόμος ο δικός σου όμως είναι διαφορετικός από τον δικό μου. Μόνη σου πρέπει να πολεμήσεις τα χέρια που σε κυνηγούν, εγώ δεν έχω πια κουράγιο να σε βοηθήσω. Έχω βλέπεις και εγώ αντίστοιχα χέρια στο δικό μου δάσος. Αν και οι δύο το θέλουμε πραγματικά, θα ξανανταμώσουμε σε ένα ξέφωτο σαν αυτό και ίσως τότε μπορέσουμε να συνεχίσουμε μαζί. Μέχρι τότε, θα σου δώσω να έχεις μαζί σου το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω» της είπε, δίνοντάς της τον ξύλινο σταυρό. «Να πιστεύεις με όλο σου το Είναι, ότι όσο καιρό το έχεις κοντά σου, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σου κάνει κακό. Μία αόρατη ασπίδα θα σε φυλάει και καμία κακία δεν θα μπορεί να σε βλάψει. Βασική προϋπόθεση όμως είναι, ότι πρέπει να είσαι ενάρετη και αγαθή, διότι την Δύναμή του την παίρνει από την καλοσύνη της ψυχής σου.»
«Σε ευχαριστώ πολύ, δεν θα σου λείψει όμως εσένα;»
«Όσο ήταν να με βοηθήσει, με βοήθησε» της απάντησε. «Εμένα μου έμαθε να παίρνω δύναμη από αυτό, ακόμα και χωρίς να το έχω μαζί μου. Άλλωστε, και εσύ είσαι ένα κομμάτι από εμένα, οπότε πάλι εμένα φροντίζω, με τον τρόπο μου», είπε χαμογελώντας με την απορία που εξέφραζαν τα μάτια της.
Ήταν φανερό ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από όσα της έλεγε. Και όμως, όλα ήταν τόσο απλά!

Τα βιβλία μου μπορείτε να βρείτε εδώ.

Πήρε το σταυρουδάκι στο χέρι της και για μία στιγμή το κράτησε μαζί με το χέρι του, σαν να μην ήθελε να με αποχωριστεί. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε, «η Μοίρα επιβεβαιώνει τον δεσμό μας». Άρχισε να απομακρύνεται κουνώντας το χέρι της σαν αποχαιρετισμό και ένα βαθύ σκοτάδι κάλυψε όλη του την ύπαρξη. Ακούμπησε πάλι την πλάτη του στο δέντρο και μην έχοντας καθόλου δύναμη, αποκοιμήθηκε.
¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬

Δεν μπορούσε, βέβαια, να φανταστεί ότι ύπνος σημαίνει ξύπνημα σε μία άλλη διάσταση και ότι η συνάντησή του με την Άννα θα γινόταν ξανά σε ένα όνειρο που είδε κοιμώμενος στον ύπνο του, όνειρο που λάμβανε την μορφή του ξυπνήματος στην τωρινή πραγματικότητα.

… η συνέχεια στο βιβλίο “Το Φιλί της Μέδουσας”.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Το Φιλί της Μέδουσας» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ένα μυθιστόρημα «Επιστημονικής Φαντασίας» για τα χρόνια της Κρίσης και την Μαύρη Σκιά που έχει βυθίσει τον πλανήτη Γη στο Σκοτάδι, με τελευταίο προπύργιο Αντίστασης την Κατεχόμενη Ελλάδα των Μνημονίων.

Όταν κλείσετε αυτό το βιβλίο, η Πραγματικότητα γύρω σας δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια…
ΕΣΕΙΣ δεν θα είστε ποτέ ξανά οι ίδιοι.

©2004-2022 Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος
Σύμβουλος Επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου του 1972. Είναι Σύμβουλος Επιχειρήσεων, Ειδικός Εφαρμογών Πληροφορικής, καθηγητής Ξένων Γλωσσών και Εκπαιδευτής σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς της Γνώσης.
Δείτε εδώ ένα σύντομο βιογραφικό του.

Επικοινωνήστε μαζί μου

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο είναι νομικά κατοχυρωμένα και προστατεύονται από τον Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
Απαγορεύεται ρητώς η ολική ή μερική αναδημοσίευσή τους, χωρίς να αναφέρεται η Πηγή και το όνομα του συγγραφέα.